λαϊκός


λαϊκός
[лаикос] εκ. народный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λαϊκός" в других словарях:

  • λαϊκός — ή, ό 1) народный; 2) светский, не относящийся к духовенству, церкви; 3) ο мирянин Этим. < дргр. λαός народ …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λαικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαϊκός — ή, ό (AM λαϊκός, ή, όν) [λαός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον λαό ή προέρχεται από τον λαό (α. «λαϊκή μουσική» β. «λαϊκά έθιμα») 2. το αρσ. ως ουσ. ο μη ιερωμένος, σε αντιδιαστολή με τον κληρικό («εἰ δὲ λαϊκὸς ἀφοριζέσθω») νεοελλ. 1. (για… …   Dictionary of Greek

  • λαϊκός — ή, ό 1. αυτός που προέρχεται από το λαό ή δημιουργείται απ’ αυτόν: Έκθεση ειδών λαϊκής τέχνης. 2. αυτός που δεν είναι κληρικός. 3. αυτός που έχει χαμηλή τιμή: Ψωνίζει ρούχα μόνο από τη λαϊκή αγορά. 4. ό,τι προορίζεται για τις κατώτερες κοινωνικές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Λαϊκός πολιτισμός — ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Λαϊκός πολιτισμός είναι το σύνολο των εκδηλώσεων του βίου του λαού –υλικού και πνευματικού– οι οποίες έχουν χαρακτήρα ομαδικό και τελούνταν κατά παράδοση από τον αγροτικό πληθυσμό και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των …   Dictionary of Greek

  • Laikos Orthodoxos Synagermos — Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός Laikós Orthódoxos Synagermós …   Deutsch Wikipedia

  • Concentración Popular Ortodoxa — Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός Laikós Orthódoxos Sinayermós Concentración Popular Ortodoxa Presidente Georyios Karatzaferis Fundación 1 de septiembre de 2000 [1] …   Wikipedia Español

  • λαικόν — λαικός of masc acc sg λαικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντάρτης — Λαϊκός αγωνιστής που αγωνίζεται για πατριωτικούς σκοπούς (απελευθερωτικοί αγώνες, αγώνες για την ανεξαρτησία της πατρίδας, αποτίναξη τυραννικής εξουσίας κλπ.). Το αντάρτικο κίνημα στο οποίο συμμετέχει τις περισσότερες φορές δεν αντιπροσωπεύει την …   Dictionary of Greek

  • λαϊκεύω — [λαϊκός] εκλαϊκεύω …   Dictionary of Greek